Τελειώσαμε επιτέλους με τα διαφυλικά στερεότυπα και τον φεμινισμό;

αναρτήθηκε από Katerina Dimitriou | Ετικκέτες: , , , , , , , , , ,

Πρόσφατα διάβασα το άρθρο της Rosalind Gill, From sexual objectification to sexual subjectification: The resexualisation of women’s bodies in the media, μεταφρασμένο στα ελληνικά και αναρτημένο στο http://www.re-public.gr/?p=175.  Η Gill είναι καθηγήτρια στο London School of Economics and Political Science και ασχολείται με την Θεωρία Φύλου (Gender Theory).


Η Gill παρατήρησε ότι πολλές από τις φοιτήτριες του London School of Economics κυκλοφορούσαν με ένα μπλουζάκι σχεδιασμένο έτσι ώστε να υποδηλώνει ένα συνδυασμό ομορφιάς και μυαλού, σεξ και επιτήδευσης: ‘LSE BABE’ (Γκομενάκι του LSE). Το μπλουζάκι αυτό ακολουθούσε την μόδα της εποχής: μια σειρά από διαφορετικά αλλά παρόμοια λογότυπα είχαν τυπωθεί σε μακό μπλουζάκια και είχαν πουληθεί με μεγάλη επιτυχία. Οι νεαρές Λονδρέζες κυκλοφορούσαν με λογότυπο ‘fcuk me’ της φίρμας French Connection στο μακό τους, εμπνευσμένο με την σειρά του από τα μπλουζάκια μπεστ σέλλερ ‘fcuk football’ τα οποία είχαν εμφανιστεί με αφορμή το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου.

Το λογότυπο ‘LSE BABE’ δεν είναι παρά ένα slogan ίσως απλά ένας τρόπος των νέων κοριτσιών να τραβήξουν την προσοχή, με παιχνιδιάρικό και ειρωνικό χαρακτήρα. Είναι μια ελεύθερη επιλογή της αυτό-παρουσίασής τους που τις ευχαριστεί. Άλλωστε όλοι είμαστε πλέον εξοικειωμένοι με την εικόνα της γυναίκας που έχει επικρατήσει κοινωνικά και που προβάλλεται από τα μέσα ενημέρωσης: η γυναίκα παρουσιάζεται πλέον ως ένα συνειδητό υποκείμενο, ενεργή τόσο κοινωνικά όσο και εργασιακά και σεξουαλικά αυτόνομη.

Τι εντοπίζει λοιπόν η Gill ως κοινωνική συμπεριφορά που ερμηνεύεται μέσω μιας κατηγοριοποίησης με βάση το φύλο;

Κατ’ αρχάς, επισημαίνει η Gill, εάν οι γυναίκες απλά ευχαριστούν τον εαυτό τους, τότε γιατί το αποτέλεσμα είναι μια τόσο ομοιόμορφη εμφάνιση; Από την άλλη πλευρά, ας δούμε τι παραμένει αόρατο, τι έμμεσα εξαιρείται από αυτήν την εξιδανικευμένη εικόνα: οι γυναίκες που παίζουν με την σεξουαλικότητά τους είναι πάντα νέες, αδύνατες, όμορφες και ετερόφυλες. Οι υπόλοιπες απλά αποκλείονται.

Τελικά, καταλήγει η Gill, βρισκόμαστε πάλι μπροστά σε μια κοινωνική συμμόρφωση που υπαγορεύεται με βάση τα κοινωνικά διαφυλικά στερεότυπα που έχουν επικρατήσει. Υπάρχει, δηλαδή μια μετατόπιση από ένα εξωτερικό κριτικό αντρικό βλέμμα σε ένα ναρκισσιστικό βλέμμα αυτό-αστυνόμευσης.

Διαβάζοντας το παραπάνω άρθρο, μου γεννήθηκε ένα νέο ερώτημα: πράγματι οι νέες αυτές γυναίκες υιοθετούν τελικά τα υποτιθέμενα αντρικά κριτήρια ελκυστικότητας; Εάν πιστέψουμε το αφελές σενάριο ότι όλα χτίζονται γύρω από το βλέμμα του «άλλου» τότε το θέμα περιορίζεται στο ότι θέλουν να γίνουν αρεστές.
Μια πιθανή απάντηση δίνει ο Howard Rheingold, τον οποίο ακολουθώ στο twitter, προτείνοντας το άρθρο Our Avatars, Our Selves: Gender & Second Life το οποίο θα βρείτε στο http://jezebel.com/5395620/our-avatars-our-selves-gender--second-life.  

Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα, αν και περιορισμένη, μελέτη η οποία αναρτήθηκε στο Pixels and Policy blog με θέμα την επιλογή και την διαμόρφωση της εμφάνισης των θηλυκών avatars και τις προσδοκίες που είχαν οι παίκτες από αυτήν (στο Second Life). Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι τα στερεότυπα ομορφιάς ακολουθούν τους ανθρώπους και στους δυνητικούς κόσμους. Ανάμεσα στα αποτελέσματα – μάλλον αναμενόμενο- υπήρξε η θεώρηση του μεγάλου γυναικείου στήθους ως ελκυστικού στοιχείου και συνεπώς, η υιοθέτησή του στην εμφάνιση των περισσότερων θηλυκών avatars. Σημαντικό είναι όμως το γιατί οι παίκτες έκαναν αυτήν την επιλογή για την εικόνα των avatars τους: στα 40 θηλυκά avatars (κάποια από τα οποία παίζονταν από άντρες), το 70% απάντησε ότι η επιλογή αυτή οφείλονταν στην πίστη τους ότι τους δίνει πλεονέκτημα στο παιχνίδι. Μια παίκτρια είπε χαρακτηριστικά ότι έτσι αισθανόταν να γίνεται «one of the guys» άρα πιο αποδεκτή. Οι παίκτες με θηλυκά avatars είπαν ότι οι συμπαίκτες τους, όχι μόνο αντιμετώπιζαν διαφορετικά τα ελκυστικά θηλυκά avatars από τα αρσενικά, χαρίζοντάς τους περισσότερη σημασία ή προσφέροντάς τους βοήθεια στις αποστολές του παιχνιδιού αλλά επίσης περίμεναν από «αυτές» να είναι πιο συνεργατικές και πιο ειλικρινείς. Το φαινόμενο αυτό έχει ονομαστεί στην κοινωνική ψυχολογία halo effect (http://en.wikipedia.org/wiki/Halo_effect).  Mελέτες όπως αυτές του Solomon Asch και του Harold Kelley έχουν δείξει ότι η ελκυστικότητα είναι ένα κεντρικό χαρακτηριστικό το οποίο επηρεάζει την αντίληψή μας και τις προσδοκίες μας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποδίδουμε μια πιο ελκυστική προσωπικότητα και περισσότερες ικανότητες στα ελκυστικά άτομα.

Οι γυναίκες δεν θέλουν να γίνουν απλά αρεστές αλλά να γίνουν πιο αποδεκτές έτσι ώστε να παίξουν με ευνοϊκούς γι’αυτές όρους στον κοινωνικό χώρο. Προσδοκούν συνεπώς να αποκομίσουν από τους άλλους και για τον λόγο αυτό ανταποκρίνονται σε αυτό που θεωρούν ως κοινωνική απαίτηση. Σαφώς αναφέρομαι στην κοινωνική διαδικασία την οποία η Judith Batler, καθηγήτρια στο Μπέρκλεϋ, φιλόσοφος και γνωστή φεμινίστρια θεωρητικός, περιέγραψε στις πρόσφατες διαλέξεις της στην Αθήνα. Μια γυναίκα και κοινωνικό όν, επεξεργάζεται έτσι τα κοινωνικά δεδομένα και προσπαθεί ταυτόχρονα να βιώσει την ζωή της. Όπως μαθαίνει έτσι και φέρεται, αντιδρώντας ανάλογα σε θετική και αρνητική ενίσχυση και υποκύπτει εντέλει σε αυτό που της ζητούν. Οι πρακτικές αυτές καθιερώνονται μέσα στο χρόνο ως κοινωνικά αναγνωρίσιμες και αποδεκτές ενώ ταυτόχρονα μετατρέπονται σε νόρμες και σε κοινωνικούς κανόνες.

Όταν αρνείσαι να διαχειριστείς τις κοινωνικές σου σχέσεις σύμφωνα με τους υπάρχοντες κώδικες συμπεριφοράς, όταν... "εγώ δεν θέλω να το διαπραγματεύομαι, να το συζητάω, αλλά να κάνω αυτό που με αυτοπροσδιορίζει μέσα από το σώμα μου και την συμπεριφορά μου (γιατί είμαι ομοφυλόφιλη ή έχω αλλεργία στα κραγιόν και στα bras ή λατρεύω τις μπύρες και το ποδόσφαιρο) ποιο είναι το περιθώριο της δράσης μου και κατά πόσο βιώνω αυτό που θέλω να είμαι;" Τότε αρχίζει το πρόβλημα, λέει η Batler, όταν ο άνθρωπος βιώνει μια ισχυρή αντίφαση, μια ενδοψυχική σύγκρουση, ανάμεσα στο τι θέλει (ή τι μπορεί) να δώσει στους άλλους και στο τι προσδοκούν οι άλλοι από αυτόν ή αυτήν.

Η άρνηση κοινωνικής συμμόρφωσης, δηλαδή η μη-ευθυγράμμιση με τις απαιτήσεις των άλλων, οδηγεί είτε στο να είσαι μη αναγνωρίσιμος/η και συνεπώς, να αποκομίζεις λιγότερο κέρδος από το κοινωνικό παιχνίδι, είτε απλά, χαρακτηρίζεσαι κατακριτέος/α, όπως τονίζει η Batler. Τότε, η ζωή σου γίνεται ριψοκίνδυνη ή, ακόμα, αθέμιτη. Ποια είναι τα όρια και τα περιθώρια που έχουμε να δράσουμε ελεύθερα...




Σχόλια (1)

    Πολύ θα ήθελα να διαβάσω παρακάτω με κουράζει όμως το μαύρο χρώμα στο φόντο

Δημοσίευση σχολίου